Αναγνώστες

Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Η ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ


".....Αντιμέτωπος με το αχανές μέλλον, όπου το μόνο σταθερό σημείο αναφοράς είναι η βεβαιότητα του αδήριτου βιολογικού τέλους του ίδιου σαν ατόμου, ο άνθρωπος καταφεύγει στην αναζήτηση της γνώσης του παρελθόντος. Για να αντέξει το στιγμιαίο της δικής του ύπαρξης στο διηνεκές του χρόνου, αναγκάζεται να βυθιστεί στις ρίζες. Αναζητώντας τις απαρχές, ελπίζει να αναγνωρίσει τον Προαιώνιο Λόγο…
Φορέας ο ίδιος της ανεξίτηλης συλλογικής μνήμης που σφραγίζει τα ένστικτά του, με τη βιολογική αλληλουχία όλων των προγόνων καταγραμμένη στα μόρια του DNA των κυττάρων του, ο σύγχρονος ταξιδιώτης έχει την ελπίδα στους τόπους των ερειπίων, εκεί όπου η μνήμη συμπυκνώνεται και γίνεται ύλη, έστω και μόνο για μια στιγμή, να αγγίξει την ουσία της ύπαρξης. Μέσα από την αέναη εναλλαγή του εφήμερου με το αιώνιο να συνειδητοποιήσει την αδιάσπαστη συνέχεια, μέσα από την επίγνωση του αδιαλείπτως επαναλαμβανόμενου θανάτου του ατόμου να νιώσει με τον τρόπο της αφής την αθανασία του είδους…
Για να μάθει το δρόμο που ήταν να πορευτεί ανάμεσα στους ζωντανούς ο Οδυσσέας έπρεπε να ρωτήσει τους νεκρούς… οι Μύστες γνώριζαν ότι ο δρόμος της αθανασίας περνάει από την πηγή της Μνημοσύνης…
Για να μιλήσουν για το παρελθόν οι αρχαίοι κατέφυγαν στο μύθο, που ήταν γι’ αυτούς πραγματικός όσο για μας η ιστορία. Με τις Θεογονίες, τις γενεαλογίες και τους κύκλους των ηρώων καθόριζαν τις εποχές, άρθρωναν το χρόνο, ονόμαζαν το Λόγο, ερμήνευαν τις απαρχές και ανιστορούσαν την εξέλιξη του είδους. Οι ποιητές που υμνούσαν τα έργα των παλιών ανθρώπων καλούσαν τη Μούσα, να τραγουδήσει τη μνήμη… Οι Μούσες ήταν, όχι τυχαία, οι θυγατέρες της Μνημοσύνης.
Σήμερα ναός της Μνήμης είναι το Μουσείο. Τη θέση του μύθου την πήρε μεταξύ άλλων η αρχαιολογία, μια επιστήμη που αναζητά στο χώμα τα χνάρια των παλιών ανθρώπων, ταξινομεί τις εποχές και τα αντικείμενα μέσα στο χρόνο και προσπαθεί να ερμηνεύσει τις απαρχές. Ο αρχαιολόγος που επέλεξε να είναι το έλλογο διάμεσο ανάμεσα σ’ αυτούς που έφυγαν και αυτούς που είναι τώρα, αυτός που χαίρεται τη μοναδική και ανεπανάληπτη χαρά της ανακάλυψης, όταν το χώμα παραμερίζει και οι χαμένοι θησαυροί έρχονται πάλι στο φως, οφείλει όχι μόνο να προσπαθήσει να διαβάσει το ξεχασμένο μήνυμα ούτε αρκεί να μοιραστεί τη φροντίδα του σισύφειου έργου της ανάσχεσης του νόμου της φθοράς.
Πολύ περισσότερο, σε αντάλλαγμα για το προνόμιο της αφής που ζηλότυπα κρατάει, χρωστάει να γεμίσει με λόγο τη σιωπή των ερειπίων. Να μιλήσει για την εικόνα της κόρης που στοίχειωσε τον ασημένιο καθρέφτη, την προσευχή του ιερέα που δεν πρόλαβε να τελειώσει την ώρα που κάηκε ο ναός, εκείνο τα νεαρό παλικάρι που θάψανε με το βέλος στο στήθος, το βασιλιά που κοιμήθηκε κάτω από το χρυσό προσωπείο, για τη φωτιά που άναψε ο γιδοβοσκός στο ορεινό του καταφύγιο και το τσουκάλι που έσπασε γεμάτο σαλιγκάρια, όταν γίνηκε η καταστροφή, και ακόμη για το άγγιγμα του λιθοξόου που πέτρωσε στο χαμόγελο του ωραίου νέου, το χνάρι του μάστορα στον πηλό και εκείνο το ζευγάρι που νίκησε το φόβο του σεισμού κάνοντας έρωτα, για να το βρει ο Χάρος σφιχταγκαλιασμένο… Κι ακόμη να μιλήσει γι’ αυτά τα μάτια που μας κοιτάζουν έκπληκτα και σαν απορημένα μέσα από τις άδειες κόγχες τους κάθε φορά που το φως του ήλιου ταράζει την ησυχία των τάφων τους…. "
Α. Κοτταρίδη, «ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ. ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ Ή Η ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ»
Παρουσίαση στο Συμπόσιο του ΣΕΑ: «ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ ΜΑΣ». Αθήνα Νοέμβριος 2000
στις φωτογραφίες μνήμες Δήλου
προσκυνήτρια στο Σαραπείον, σπάραγμα τοιχογραφίας, η ιερή λίμνη...

Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

ΠΟΝΤΟΣ





ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ ΚΑΙ ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΥΞΕΙΝΟΥ ΠΟΝΤΟΥ


Οι νεκροπόλεις του Βοσπόρου είναι τόσο σημαντικές από ιστορικό – αρχαιολογική άποψη, ώστε αξίζει να μελετηθούν σε ξεχωριστώ κεφάλαιο. Οι νεκροπόλεις ή οι τάφοι αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος των αρχαίων πόλεων και οικισμών. Ως γνωστόν τα ταφικά έθιμα είναι ένα από τα πιο σηντηρητικά στοιχεία οποιουδήποτε πολιτισμού. Στα έθιμα αυτά, αμέσως ή εμμέσως αντικατοπτρίζονται οι θρησκευτικές αντιλήψεις και οι κοινωνικό – οικονομικές σχέσεις της κοινότητας. Σε μεγάλο βαθμό μας βοηθούν να κατανοήσουμε την εθνικότητα του νεκρού. Για τους λόγους αυτούς, κάθε ταφή και ιδιαίτερα κάθε ταφικό σήμα, αποτελεί σημαντική πηγή πληροφόρησης. Όσον αφορά τις νεκροπόλεις του Βοσπόρου, για πολλά χρόνια ήταν τα πιο γνωστά αρχαιολογικά μνημεία. Εκτός αυτού, τα εντυπωσιακά κτερίσματα ορισμένων τάφων, έκαναν πασίγνωστες τις αρχαιότητες του Βοσπόρου και μέχρι σήμερα προκαλούν μεγάλο ενδιαφέρον.
Οι ανασκαφές τον νεκροταφείων των τύμβων στην Α, Κριμαία και στη χερσόνησο Ταμάν άρχισαν πολύ παλιά, αλλά ως τα μέσα του περασμένου αιώνα ήταν διαδεδομένη η τυμβωρυχία, από την οποία λίγο αργότερα επλήγησαν και οι απλοί τάφοι. Δυστυχώς, η σύληση αρχαίων τάφων δεν έχει πάψει να γίνετε μέχρι και τις μέρες μας. Έτσι, αρκετό σε ποσότητα και σημασία αρχαιολογικό υλικό έχει χαθεί ανεπιστρεπτί για την επιστήμη. Και οι πρώτες ανασκαφές άλλωστε των αρχαιολόγων δεν ξεχώρισαν για την επιμέλεια και το υψηλό μεθοδικό τους επίπεδο. Γενικά όμως, μπορούμε να πούμε πως ολόκληρος ο 19ος αιώνας ήταν για την ιστορία της ρωσικής αρχαιολογίας ο αιώνας των «κουργκάν» (τύμβων). Αυτό αφορά πλήρως και τον Βόσπορο. Τότε, ανασκάφηκαν, από διάφορους ερευνητές, με όχι πάντα την ίδια επιτυχία, οι περισσότεροι τύμβοι κοντά στις πόλεις του Βοσπόρου. Στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αι. άρχισε σε μεγαλύτερη κλίμακα η ανασκαφή νεκροταφείων με απλούς τάφους. Για διάφορους λόγους, η ανασκαφή συνεχίστηκε και στη διάρκεια των μετέπειτα δεκαετιών, αν και κατά περιόδους συνεχιζόταν ως το τέλος η έρευνα των μισομελετημένων τύμβων. Ιδιαίτερα καρποφόρες ήταν οι εργασίες στους τάφους της αγροτικής γης του Βοσπόρου, κυρίως στην Ανατολική Κριμαία. Μεταξύ των μελετητών διαφόρων εποχών, που προώθησαν την συγκεκριμένη θεματική είναι οι: Π. Ντιούμπρουξ, Ι. Κρούγκλίκοβα, , Α. Λιουτσένκο, Β. Μπλαβάτσκι, Μ. Ροστόφτσεφ, Γ. Τσβεταγιέβα, Ο. Τσεβελιόφ κ. α.
Οι έλληνες μετανάστες, την πλειοψηφεία των οποίων συνέθεταν ‘Ιωνες, μετέφεραν ως την περιοχή αυτή τις δικές τους αντιλήψεις, όσον αφορά τα ταφικά έθιμα και τις τελετές. Παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις και προσμίξεις, οι αντιλήψεις αυτές παρέμειναν κυρίαρχες στις νεκροπόλεις του Βοσπόρου, ως τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. Σ’ αυτές ανήκουν ο ενταφιασμός του νεκρού εκτάδην (αν και συνηθιζόταν και οι καύσεις) προς ανατολάς κυρίως, η παρουσία του ονομαζόμενου παλαιστρικού συνόλου (στους ενταφιασμούς αντρών), η προσθήκη αντικειμένων, η χρήση διαφόρων ως προς την δομή και το υλικό σαρκοφάγων και τάφων, όπως επίσης και οι πικοιλόμορφες επιτύμβιες στήλες (συνήθως με ανάγλυφο διάκοσμο και επιγραφές). Μερικές φορές γινόταν πολλοί ενταφιασμοί στον ίδιο τάφο, ενώ οι οικογενειακοί τάφοι ήταν μακρόβιοι. Η συνεχής διείσδυση στις πόλεις και γενικά στο έδαφος της περιοχής του Βοσπόρου του γειτονικού αυτόχθονος πληθυσμού και ορισμένων ξένων από άλλα μέρη του αρχαίου κόσμου επηρέασε όπως είναι φυσικό τα ταφικά έθιμα, τους τύπους των ταφών κ. α. Κύριο χαρακτηριστικό των δημοσίων νεκροταφείων με τύμβους της ελληνιστικής εποχής στο Βόσπορο, ήταν οι πλούσιοι ενταφιασμοί της ελληνοβαρβαρικής αριστοκρατίας σε μνημειακούς τάφους. Την ευρεία διάδοση των τύμβων κατά την συγκεκριμένη περίοδο επηρέασαν οι γειτονικές φυλές, ή πιο σωστά τα έθιμά τους, οι απαρχαιωμένες, ανάλογες αντιλήψεις μέρος της ελληνικής κοινότητας, όπως επίσης η εγκαθίδρυση απολυταρχικής – αριστοκρατικής εξουσίας από πιο πρώιμα χρόνια.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι τάφοι των αγροτικών οικισμών, όπου, για μεγαλύτερο διάστημα, τα βαρβαρικά στοιχεία παρέμειναν πιο αμιγή, ενώ ταυτόχρονα τα αρχαιοελληνικά έθιμα και οι παραδόσεις υπερίσχυαν και διατηρήθηκαν περισσότερο απ’ ότι στις νεκροπόλεις των πόλεων.
Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά και οι ιδιαιτερότητες απαντούν, αν και όχι στον ίδιο βαθμό παντού, σε όλα τα νεκροταφεία και τάφους του Βοσπόρου που έχουν ερευνηθεί. Παντού, αν και με διαφορετικές αναλογίες, συναντούμε τους ίδιους τύπους ταφικών μνημείων, αντικείμενα της εποχής κ. α. Αυτό μας βοηθά να αποφύγουμε τις επαναλήψεις, εστιάζοντας την προσοχή μας στα πιο αντιπροσωπευτικά μνημεία. Ακολουθώντας, την γνωστή πια, στον αναγνώστη διαδρομή, θα σταθούμε σύντομα στις νεκροπόλεις των πόλεων του Βοσπόρου.
Μια από τις λιγότερο μελετημένες νεκροπόλεις είναι αυτή της Θεοδοσίας. Μερικοί τύμβοι ανασκάφηκαν εδώ ήδη στα μέσα του 19ου αι. όλες οι ταφές ήταν αμιγώς ελληνικές και χρονολογικά ανήκαν στον 4ο αι. π. χ. οι νεώτερες μελέτες έγιναν βάσει των ευρημάτων αυτής της εποχής. Για τα κτερίσματα μιλήσαμε πιο πριν.
Στα νεκροταφεία της Καζέκας και του Κιμμερικού κατά καιρούς ανασκάφηκαν ή συλήθηκαν μερικοί λαξευμένοι σε βράχο τάφοι. Εδώ ανασκάφηκαν περισσότεροι από 150 τάφοι, που χρονολογούνται από τα μέσα του 5ου αι. π.χ. ως τον 5ο και 6ο αι. μ.Χ. Τα μνημεία είναι ποικιλόμορφα και συμπεριλαμβάνουν και μερικούς λίθινους οικογενειακούς τάφους, σκεπασμένους με τύμβο. Αν και πολλοί τάφοι είναι συλημένοι, ωστόσο τα κτερίσματα που βρέθηκαν είναι πολλά. Πιο απομακρυσμένοι από την πόλη είναι οι λαξευμένοι σε βράχο οικογενειακοί τάφοι με κόγχες στο εσωτερικό, που ανάγονται στην ύστερη αρχαιότητα. Σε μερικά σημεία τους υπάρχουν ακόμη επιγραφές και ζωγραφική.
Στα νεκροταφεία –όπως υποθέτουμε- των πολισμάτων Άκρα και Ζεφύριο είναι γνωστές μόνο μερικές ταφές με μικρή σημασία.
Πολύ μεγάλο και πλούσιο είναι το νεκροταφείο του Νυμφαίου. Εδώ σχετικά συχνά συναντάται η καύση των νεκρών. Στην περιοχή του νεκροταφείου με τις απλές ταφές –επειδή υπάρχουν και τύμβοι- το ελληνικό στοιχείο είναι γενικά εμφανές, αν και κατά τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, όπως άλλωστε και σε πολλές άλλες νεκροπόλεις, απέκτησαν ευρεία διάδοση οι λαξευτοί σε βράχο ή σε σχετικά συμπαγές έδαφος οικογενειακοί τάφοι. Οι τελευταίοι αποτελούνται από επιμήκη δρόμο με σκαλοπάτια, μικρό διάδρομο και είσοδο στον ταφικό θάλαμο. Σ’ έναν από αυτούς τους τάφους και πάνω από την είσοδο, τοποθετήθηκαν ανάγλυφες παραστάσεις του Διονύσου, του Πανός, της Αθηνάς. Σ’ έναν άλλο βρέθηκε η κεφαλή ενός αγένειου άνδρα και διατηρήθηκαν λίγες τοιχογραφίες.
Σε πολλούς τάφους τύμβων του 5ου και 4ου αι. π.χ. που ανήκαν, όπως δείχνουν τα ταφικά έθιμα, στην εξελληνισμένη σκυθική αριστοκρατία, συνηθιζόταν και η τοποθέτηση όπλων και χρυσών κοσμημάτων, που συνοδευόταν από ταφή αλόγων και αντικειμένων ιπποσκευής. Παντού τοποθετούσαν μαζί και ελληνικό γραπτό αγγείο, συχνά πολύ καλής ποιότητας. Αργότερα, παρόμοιες ταφές σπανίζουν. Φαίνεται ότι σε ένα απομακρυσμένο τμήμα του νεκροταφείου του Νυμφαίου βρισκόταν και η πλούσια ταφή «Σκυθίσσας ιέριας» στο λίθινο τάφο του τύμβου Τρι μπράτα.
Το νεκροταφείο με τύμβους της Τυριτάκης περιελάμβανε ταφές του4ου-3ου αι. π.χ., ενώ οι πληροφορίες που διαθέτουμε για την ανασκαφή του στο 19ο αι. είναι ελάχιστες. Στην περιοχή υπήρχαν απλοί τάφοι και κατά καιρούς μελετήθηκαν μερικές εκατοντάδες ποικιλόμορφων τάφων, των πρώτων κυρίως μεταχριστιανικών αιώνων. Υπάρχουν όμως και τάφοι του 5ου αι. π.χ. όπως και της ελληνιστικής εποχής. Στην όψιμη αρχαιότητα, εδώ έκτιζαν και οικογενειακούς τάφους μέσα στην γη, με επιμήκεις δρόμους. Τα κτερίσματα των ασύλητων τάφων είναι στην πλειονότητά τους απλά και ομοιόμορφα.: αβαφή και ερυθροβαφή αγγεία, χειροποίητη κεραμική, μικρά χάλκινα, ορειχάλκινα και αργυρά κοσμήματα, γυάλινα αγγεία, χάντρες, πόρπες και φυλακτά. δημιουργείται η εντύπωση πως η νεκρόπολη της Τυριτάκης ανήκε στον απλό πληθυσμό μεσαίου εισοδήματος. Απουσιάζουν οι πολύ πλούσιες ταφές.
Στην περιγραφή του μεγάλου νεκροταφείου της πρωτεύουσας του Βοσπόρου Ποντικάπαιον θα σταθούμε περισσότερο διότι έχει μελετηθεί καλύτερα. Η έκτασή του άλλαζε συνεχώς, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση και την έκταση της πόλης και τις αριθμητικές διακυμάνσεις του πληθυσμού της. Οι πιο ΄πρώιμοι τάφοι ανάγονται στον 6ο/5ο αι. π.χ. και είναι με μια εξαίρεση ελληνικοί. Κυριαρχεί ο ενταφιασμός εκτάδην προς ανατολάς, σε ποικιλόμορφους τάφους. Υπάρχουν συχνά και ίχνη εναγισμών. Οι ταφές του 4ου/3ου αι., είναι πολυάριθμες και γενικά πλουσιότερες. Τότε κατασκευάστηκαν λίθινοι οικογενειακοί τάφοι και αναχώματα τύμβων. Το 2ο/1ο αι. π.χ. η έκταση του νεκροταφείου μειώθηκε, αλλά αυξήθηκαν οι επιτύμβιες στήλες. Νέα επέκτασή του σημειώθηκε τον 1ο/2ο αι. μ.Χ. Την περίοδο αυτή, δημιουργήθηκαν περισσότεροι οικογενειακοί τάφοι στο έδαφος, και οι ταφές σε λίθινες και ξύλινες σαρκοφάγους. Ολοένα και συχνότερα απαντούν στοιχεία βαρβαρικών ταφικών εθίμων, που περιγράψαμε παραπάνω. Τα κτερίσματα είναι πολλά, δεν παρουσιάζουν όμως ιδιαίτερη ποικιλία. Στην όψιμη αρχαιότητα τα όρια του νεκροταφείου περιορίστηκαν σημαντικά. Οι ταφές της εποχής κτ3ρίζοταν με όπλα, και κτιζόταν κατακόμβες. Υπάρχουν τάφοι με πρωτοχριστιανικές συμβολικές παραστάσεις και ταφές με παραμορφωμένα κρανία. Η νεκρόπολη των πρώιμων βυζαντινών χρόνων βρίσκεται στα όρια της παλιάς πόλης.
Ιδιαίτερα γνωστό και αξιόλογο είναι το νεκροταφείο των τύμβων στο Παντικάπαιο. Επιβλητικά αναχώματα σχηματίζουν αλυσίδα λοφοσειρών, κυρίως, στα δυτικά και νοτιοδυτικά της πόλης, προφανώς κατά μήκος αρχαίων δρόμων. Αυτό ήταν κατά κύριο λόγο το νεκροταφείο της υψηλής αριστοκρατίας του Βοσπόρου, η σύνθεση της οποίας ήταν ελληνοβαρβαρική. Όλοι σχεδόν οι ανασκαμμένοι τάφοι ανάγονται στον 4ο/3ο αι. π.χ. Οι κυριότερες και πιο πυκνές ομάδες «κουργκάν» (τύμβων) είναι: κεντρική Γιουζ – Ομπά (προς τα δυτικά του λόφου Μιθριδάτη) και βορειοδυτική (Καρά – Ουμπά). Βέβαια, υπάρχουν και άλλα, επίσης σημαντικά, αναχώματα τύμβων και σ’ άλλες περιοχές, πως και κοντά στην πρωτεύουσα. Όλοι σχεδόν οι τάφοι παρουσιάζονταν από κάποια δομική ιδιαιτερότητα. Στο χτίσιμο του κρηπιδώματος χρησιμοποιόταν λίθος. Ιδιαίτερα μεγαλοπρεπείς και επιβλητικοί είναι οι τάφοι των τύμβων Ζολοτόι και Τσάρκι (ο πρώτος δεν διατηρήθηκε ως τις μέρες μας), όπου είχαν φαίνεται πράγματι ταφεί βασιλείς του Βοσπόρου κατά τον 4ο/3ο αι. π.Χ. Ο τύμβος Τσάρκι είναι από τα καλύτερα αρχιτεκτονικά συγκροτήματα του είδους παγκοσμίως. Δυστυχώς, όλοι οι τάφοι είχαν συληθεί ήδη από την αρχαιότητα. Όπου ήταν εφικτό να αποσαφηνιστεί, διαπιστώθηκε ότι οι υπόλοιποι τύμβοι περιείχαν κυρίως ελληνικές ταφές της εποχής. Βέβαια, ξεχώριζαν για τον πλούτο των σαρκοφάγων, για τα υψηλής τέχνης κτερίσματα, όπως τα χρυσά κοσμήματα, και τα πολλά όπλα. Μερικοί όμως τύμβοι, ανήκαν στη βαρβαρική αριστοκρατία, η οποία είχε λίγο-πολύ εξελληνιστεί. Από τους τύμβους αυτούς, οι γνωστότεροι είναι το Κουλ-Ομπά και το Πατινιόττι. Στοιχεία ελληνοβαρβαρικών εθίμων υπάρχουν στους τύμβους Ακ-Μπουρούν και Δεύτερο Ζμένινι. Εδώ βρέθηκαν χρυσά κοσμήματα (πασίγνωστα σήμερα_, όπλα εορτών, ενταφιασμοί υπηρετών και παλλακίδων, χρυσές βελόνες, με τις οποίες κεντούσαν μεγαλόπρεπες ενδυμασίες και ειδικά παραπετάσματα.
Εντελώς ξεχωριστά ορθώνεται το μεγαλειώδες κρηπίδωμα του τύμβου Ζολοτόι και ακόμη περισσότερο επιβλητικά και μυστηριώδη «τείχη» του «Κουργκάν» Καρά-Ομπά, ίσως το μεγαλύτερο στο είδος όχι μόνο στην Ανατολική Κριμαία, αλλά σε ολόκληρη την χερσόνησο. Η χρονολογία κατασκευής τους δεν μπορεί να προσδιορισθεί.
Το 2ο/1ο αι. π.Χ. το ποσοστό των ταφών σε τύμβους μειώθηκε απότομα. Η αρχιτεκτονική των ταφών έγινε πιο πρόχειρη. Όπως και παλιότερα, απαντούν ταφές με ελληνοβαρβαρικά έθιμα ταφής. Στην θέση των παλιότερων ταφικών οικοδομημάτων εμφανίστηκαν, και μάλιστα λίγο μεταγενέστερα, κρύπτες με ζωγραφισμένους τοίχους και καμάρα. Μεταξύ αυτών, αναφέρουμε τις παραστάσεις της κρύπτης των Ανθεστηρίων του 1ου αι. π.Χ. (και βέβαια της κρύπτης «της Δήμητρας» του 1ου αι. μ.Χ.). στους κατοπινούς αιώνες η παράδοση των τύμβων τείνει να εκλείψει.
Η καμάρα πολλών κρυπτών με γραπτές παραστάσεις των πρώτων μετά-χριστιανικών αιώνων είναι ημικυκλική. Οι ταφές ήταν εδώ κατά κανόνα ελληνικές. Ως παράδειγμα αναφέρουμε την κρύπτη στην «αγροικία του Φέλντστάιν», την κρύπτη «του κουργκάν των Λεόντων», «την κρύπτη Στάσοφ». Αλλά, υπάρχουν και προφανείς βαρβαρικές ταφές που τις συνοδεύουν ενταφιασμοί αλόγων και μερικά πρόχειρα φτιαγμένα κοσμήματα (η κρύπτη του 1841). Στον 3ο και 4ο αι. μ.Χ. γίνονταν ταφές σε παλιά αναχώματα και επικρατούν αποκλειστικά οι κρύπτες στο έδαφος (λαξευμένες δηλαδή σε πετρώδες έδαφος). Ανάμεσα στους πιο γνωστούς τάφους του πρώτου μισού του 3ου αι. μ.Χ. είναι αυτός που κατά παράδοση σχετίζεται με τον βασιλιά Ρησκουπόριδα Γ’ του Βοσπόρου και τα μέλη της οικογενείας του (ο λεγόμενος «τάφος με την χρυσή προσωπίδα»).
Στον 4ο/6ο αι. μ.Χ. η παράδοση των τύμβων σβήνει εντελώς, ενώ ευρεία διάδοση αποκτούν οι κρύπτες-κατακόμβες με θήκες για την τοποθέτηση των νεκρών.
Η νεκρόπολη του Μυρμηκίου αποκαλύφθηκε σε αρκετή απόσταση από το πόλισμα και μάλιστα κατά μήκος του δρόμου που ένωνε το Μυρμήκιο με την πρωτεύουσα. Εντατικές ανασκαφές εδώ έγιναν στο δεύτερο μισό του19ου αι. και σε πολύ μικρότερη κλίμακα κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1980.
Εδώ, παντού κυριαρχούν απλές ταφές σύμφωνες με την ελληνική παράδοση, αν και υπάρχουν και λίθινες κρύπτες, με επιχρισμένους τοίχους, πάνω στους οποίους υπήρχαν χαράγματα. Δεν απουσιάζουν και οι κρύπτες σε έδαφος. Τάφοι της όψιμης αρχαιότητος δεν έχουν ανακαλυφθεί.
Ανατολικότερα, μέχρι την περιοχή του σημερινού πορθμού, αποκαλύφθηκαν και εν μέρει μελετήθηκαν οι νεκροπόλεις μερικών πολισμάτων και χωριών του Βοσπόρου. Μερικές φορές έχουν τη μορφή ταφικών αναχωμάτων που εκτείνονται σε απόσταση εκατοντάδων μέτρων. Κυριαρχούν λαξευμένοι σε πετρώδες έδαφος λάκκοι και μικρές κρύπτες, που χρονολογούνται από τον 3ο αι. π.Χ. έως τον 3ο μ.Χ.
Το νεκροταφείο του μικρού πολίσματος στην Μαιώτιδα, της Ζήνωνος Χερσονήσου (οικισμός στο ακρωτήριο Ζιούκ), φαίνεται ότι ανασκάφηκε ή καταστράφηκε στα τέλη του 19ου αι. σχεδόν παντελώς. Εδώ βρέθηκαν απλοί λάκκοι στο χώμα με καλύμματα και κρύπτες στο έδαφος που περιείχαν ταφές από την ελληνιστική εποχή ως τον 6ο αι. μ.Χ.
Στην ασιατική πλευρά του Βοσπόρου, τα καλύτερα μελετημένα νεκροταφεία είναι αυτά των Κήπων, της Φαναγόρειας και της Γοργιππίας, όπου κατά καιρούς ανασκάφησαν εκατοντάδες ποικιλόμορφων τάφων. Μερικές ταφές, όπως και του 5ου αι. π.Χ. που έγιναν με ελληνικά ταφικά έθιμα, έχουν βρεθεί στο χώρο του αρχαίου οικισμού του Πατραέως. Μερικοί τάφοι της ελληνιστικής εποχής ανακαλύφθηκαν κοντά στον οικισμό Ιλγίτσοφ.
Το νεκροταφείο των τύμβων στους Κήπους έχει μελετηθεί ελάχιστα, αλλά έχει διατηρηθεί και σε κακή κατάσταση. Ίσως στο νεκροταφείο αυτό να ανήκουν και οι τάφοι που ανασκάφηκαν στον τύμβο Αρτιούχοφ. Σε μια από τις λίθινες κρύπτες του υπήρχε μια ανδρική και μια γυναικεία ταφή με πλούσια κτερίσματα: χρυσά στεφάνια, δαχτυλίδια, γραπτά σκεύη, πλούσια περιδέραια, βραχιόλια, χάντρες, σκουλαρίκια, αργυρά και ορειχάλκινα σκεύη, κάτοπτρο.
Σε μια άλλη κρύπτη με δύο αίθουσες είχαν επίσης ταφεί ένας άνδρας και μια γυναίκα με πλούσια κτερίσματα: χρυσά στεφάνια, διάδημα, δαχτυλίδια, χρυσό νόμισμα, πόρπη με ένθετη διακόσμηση από γρανάτη, σκουλαρίκια, περιδέραιο, χρυσοΰφαντο σκέπασμα, χρυσές πόρπες και μετάλλιο με παράσταση Αφροδίτης και Έρωτα, μεταλλικά και πήλινα σκεύη.
Εξίσου πλούσια ήταν και η ταφή μιας γυναίκας σε κιβωτιόσχημο τάφο μέσα στον ίδιο τύμβο. Περιείχε χρυσό διάδημα εν ήδη «Ηρακλείου άμματος», με ενθέσεις από γρανάτη. Όλες οι ταφές ανάγονται στα ύστερο-ελληνιστικά χρόνια.
Στο απλό νεκροταφείο των Κήπων ανασκάφηκαν διαφόρων τύπων τάφοι που χρονολογούνται από το 2ο μισό του 6ου αι. π.Χ. ως τον 3ο αι. μ.Χ. Πρόκειται για τάφους λακκοειδείς, λακκοειδείς με τοιχώματα επικαλυμμένα από άψητες πλίνθους, κιβωτιόσχημους, κεραμοσκεπείς, ή μικρές κρύπτες στο έδαφος. Μεταξύ των συνηθισμένων λαξευτών τάφων. Έχουν βρεθεί και σκελετοί με εμβρυακή στάση (τα πόδια μαζεμένα και στο στήθος), όπως και ίχνη καύσης. Τα κτερίσματα περιλαμβάνον ποικιλόμορφα πήλινα σκεύη, γυάλινα αγγεία, ορειχάλκινα και χάλκινα κοσμήματα, νομίσματα της περιοχής και χάντρες. Υπάρχουν και αμφορείς, όπως και όπλα. Ως τον 2ο-3ο αι. μ.Χ. επικρατούσαν τα ελληνικά ταφικά έθιμα. Από τα ελληνιστικά χρόνια έχουν διατηρηθεί ίχνη εναγισμών, θυσιαστήρια-εσχάρες, επιτύμβιες στήλες από ασβεστόλιθο άλλοτε με ανάγλυφες παραστάσεις και άλλοτε ανθρωπόμορφοι.
Ανάμεσα στις ταφές των πρώτων μετά-χριστιανικών αιώνων συναντούμε περισσότερα στοιχεία σαρματοαλανικών εθίμων. Συχνότεροι είναι οι οικογενειακοί τάφοι-κρύπτες, όπως και οι ταφές σε ξύλινες κάσες και σαρκοφάγους. Όπως και παλαιότερα, τοποθετούνται επιτύμβιες στήλες, ενώ τα πολυάριθμα κτερίσματα παρουσιάζουν κάποια ομοιομορφία.
Οι πιο πρώιμοι τάφοι του νεκροταφείου της Φανογόρειας (6ο-5ο αι. π.Χ.) βρέθηκαν σχεδόν αποκλειστικά στην περιοχή της αρχαίας πόλης. Τον 5ο αι. π.Χ. γίνονται οι πρώτες ταφές σε τύμβους με κύριο χαρακτηριστικό τις κρύπτες από ωμές πλίνθους.
Οι σειρές των τύμβων οδηγούν σε διάφορες κατευθύνσεις από την πόλη, παρατάσσονταν ίσως κατά μήκος των αρχαίων δρόμων. Στις επιχώσεις τους βρέθηκαν πολλά κομμάτια αμφορέων και επιτραπέζιων σκευών, ότι απέμεινε από νεκρόδειπνα και εναγισμούς. Αρκετά συνηθισμένες είναι οι περιπτώσεις καύσης. Φυσικά, τα κτερίσματα εδώ είναι πλουσιότερα. Οι τύποι των ταφών και ο κτερισμός τους είναι περίπου όμοιοι με αυτά των νεκροταφείων του Παντικαπαίου και των Κήπων. Στην νεκρόπολη της Φαναγόρειας από τον 5ο ως τον 2ο αι. π.Χ. οι ταφές γίνονται μόνο κατά τα ελληνικά ταφικά έθιμα. Γενικά όμως η κατάσταση παρέμεινε ίδια και στα μετέπειτα χρόνια, αν και τα στοιχεία των βαρβαρικών, όπως υποθέτουμε, κυρίως σαρματοαλανικών, εθίμων, ολοένα και πληθαίνουν.
Μεταξύ των γνωστότερων τάφων του νεκροταφείου της Φαναγορείας, είναι η γυναικεία ταφή του 5ου αι. π.Χ , κτερισμένη με χρυσά κοσμήματα και γραπτά πήλινα αττικά αγγεία, καθώς και οι ταφές στις κρύπτες των τύμβων Μικρή και Μεγάλη Μπλιζνίτσα (4ος αι. π.Χ.). οι τάφοι του πρώτου τύμβου ανήκει σε πολύ πλούσια οικογένεια. Οι τοίχοι μιας από της κρύπτες ήταν διακοσμημένοι με παραστάσεις λουλουδιών, ενώ η καμάρα έφερε παράσταση της κεφαλής της Δήμητρας. Σε άλλη κρύπτη υπήρχε ανάγλυφη σαρκοφάγος από κυπαρίσσι και ελεφαντοστό. Τον νεκρό συνόδευαν χρυσά κοσμήματα και καπέλο. Στην Τρίτη κρύπτη του ίδιου τύμβου είχε ταφεί ένας πολεμιστής ευγενικής καταγωγής με χρυσό στεφάνι και πλούσια ενδύματα. Η επόμενη ταφή, που περιείχε χρυσά κτερίσματα, (περιδέραιο, καρφίτσες αλλά και γραπτό λυχνάρι και 26 πήλινα λατρευτικά ειδώλια), φαίνεται πως ανήκε σε ιέρεια της Δήμητρας. Στο ανάχωμα του τύμβου βρέθηκαν ίχνη νεκρόδειπνων και εσχάρας.
Πλούσιοι τάφοι, όπως και τάφοι με στοιχεία βαρβαρικών εθίμων (ταφές αλόγων και υπηρετών) βρέθηκαν στον τύμβο Μικρή Μπλιζνίτσα και σε μερικούς άλλους τύμβους του νεκροταφείου της Φαναγόρειας.
Μεταξύ των τάφων του απλού νεκροταφείου των πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων επικρατούν οι απλοί λακκοειδείς και οι σχετικά μικρές κρύπτες με μια ή δυο αίθουσες. Σπανίζουν οι νέοι τύμβοι. Υπάρχουν ταφές με παραμορφωμένα κρανία, με ταφές αλόγων, με όπλα. Οι τάφοι του 4ου/6ου αι. μ.Χ. είναι εμφανώς φτωχότεροι σε κτερισμό.
Το απλό νεκροταφείο της Ερμώνασσας δεν έχει μελετηθεί επισταμένως και είναι πολύ κατεστραμμένο. Εδώ έχουν αποκαλυφθεί μερικοί απλοί τάφοι του 6ου-5ου αι. π.Χ. και του 3ου-2ου αι. π.Χ. σε απλούς λάκκους, με καλύμματα. Από τον 2ο αι. π.Χ. εμφανίζονται άλλα είδη ταφών.
Τα κτερίσματα και τα ταφικά έθιμα είναι αμιγώς ελληνικά. Η νεκρόπολη με τους τύμβους βρισκόταν σε ακτίνα 5-6 χλμ. Από την πόλη. Αναφέρουμε εδώ την μεγάλη μαρμάρινη σαρκοφάγο που βρέθηκε σ’ έναν από τους τύμβους, τις πλούσιες ταφές σε μια πέτρινη κρύπτη και σε ένα κιβωτιόσχημο τάφο του τύμβου στο λόφο Ζέλεν. Εδώ βρέθηκαν ίχνη καύσης σε μια μελαμβαφή υδρία, χρυσά κοσμήματα, αργυρά και ορειχάλκινα σκεύη και ένα χρυσό νόμισμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η άλλη ταφή ανήκε σε έναν πολεμιστή. Εκτός από τα συνηθισμένα κτερίσματα (όπλο, χρυσά κοσμήματα, φυλακτό, στεφάνι και διάδημα), τον στρατιώτη συνόδευαν ταφές αλόγων, υπολείμματα νεκρόδειπνου, μια στλεγγίδα που σώθηκε αποσπασματικά και ένας Παναθηναϊκός αμφορέας.
Τα όρια της νεκρόπολης της Γοργιππίας άλλαζαν, παρακολουθώντας πάντα την έκταση της πόλης. Έτσι και εδώ οι πιο πρώιμοι τάφοι (5ος αι. π.Χ.) συμπεριλήφθηκαν αργότερα στα όρια της πόλης. Οι τάφοι αυτοί ήταν συνηθισμένοι για τα ελληνικά δεδομένα στο Βόσπορο. Υπάρχουν και περιπτώσεις καύσης. Στους κατοπινούς χρόνους τα όρια του νεκροταφείου επεκτάθηκαν ανατολικά του χώρου της πύλης. Εδώ, βρέθηκαν τάφοι λαξευτοί σε βραχώδες έδαφος, αρκετά μεγάλοι λακκοειδείς, κιβωτιόσχημοι και κεραμοσκεπείς τάφοι και πέτρινες κρύπτες κάτω από χαμηλό ανάχωμα. Στις κρύπτες αυτές οι ταφές γινόταν σε ξύλινες κάσες και πέτρινες σαρκοφάγους. Ανάγονται κυρίως στην υστεροελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή. Τα κτερίσματα των ταφών στις κρύπτες είναι μερικές φορές πολύ πλούσια. Μια από αυτές περιείχε επίσημο όπλο με χρυσό διάκοσμο, σπάνια γυάλινα σκεύη, στλεγγίδες, αντικείμενα καθημερινής χρήσης και σκεύη από άργυρο, και χρυσά κοσμήματα με γυάλινους και ημιπολύτιμους λίθους.
Στους τοίχους και την οροφή μιας άλλης κρύπτης έχουν διατηρηθεί σε άριστη κατάσταση πολύχρωμες γραπτές παραστάσεις που απεικονίζουν όλους τους άθλους του Ηρακλή, το δέντρο της ζωής, άνδρα και γυναίκα καθιστούς και παγώνια. Η τεχνοτροπία και το θέμα των παραστάσεων μας επιτρέπουν να τις χρονολογήσουμε στις αρχές του 3ου μ.Χ. αι.
Η νεκρόπολη των τύμβων της Γοργιππίας κατά τους ελληνιστικούς χρόνους εκτεινόταν αρκετά μακριά, κυρίως προς τα ανατολικά και νοτιοανατολικά της πόλης. Τα πιο γνωστά ανασκαμμένα μνημεία είναι κρύπτες από πέτρα και ωμές πλίνθους, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και αυτές με τα ίχνη ζωγραφικής στους τύμβους της περιοχής του χωριού Ανάπα, περίπου 10 χιλιόμετρα ανατολικά του (γυναικεία ταφή σε ξυλόγλυπτη σαρκοφάγο κτερισμένη με χρυσά κοσμήματα), λίθινες κρύπτες των τύμβων Ταράσωφ με δρόμο και δύο αίθουσες που ανάγονται στις αρχές του 3ου αι. π.Χ.. Τάφοι από πέτρα, άψητες πλίνθους και τάφοι στο χώμα βρέθηκαν στον τύμβο στο λόφο Σουλτάν. Όλοι ήταν συλημένοι.
Μια αξιόλογη νεκρόπολη με ταφές του 6ου-5ου π.Χ. αι., που έγιναν με ελληνικές τελετές, μελετήθηκε εν μέρει στην περιοχή της μακρόστενης χερσονήσου Τζουλίν και πιστεύεται πως ανήκει στην αρχαία πόλη Κοροκονδάμη. Γενικά εδώ έχουν βρεθεί τάφοι και κρύπτες μεταγενέστερων χρόνων.
Τα νεκροταφεία με τύμβους και ιδιαίτερα τα απλά νεκροταφεία του αγροτικού πληθυσμού του ευρωπαϊκού και ασιατικού Βοσπόρου έχουν μελετηθεί άνισα. Οι πρωιμότερες (τέλη του 7ου-5ου αι. π.Χ.) ταφές Σκύθων σε τύμβους της Ανατολικής Κριμαίας είναι σπάνιες. Μεταξύ αυτών, ο πιο γνωστός τύμβος βρίσκεται στον λόφο Τεμίρ, κοντά στο χωριό του σύγχρονου σημείου διαπόρθμευσης. Αντίθετα, οι σχετικά λιτές ταφές του απλού κατά συνθήκη σκυθικού πληθυσμού της χερσονήσου (του 4ου-3ου αι. π.Χ.) είναι περισσότερες από 150. Πρόκειται για τάφους κιβωτιόσχημους και λακκοειδείς και για πρωτογενείς πέτρινες κρύπτες κάτω από χαμηλά αναχώματα.
Στα τέλη του 6ου/5ου αι. π.Χ. ανάγονται οι ταφές σε πρόχειρους κιβωτιόσχημους τάφους από πέτρα, που συναντούμε σε μερικές παράλιες περιοχές της χερσονήσου. Στα όρια του 4ου με τον 3ο αι. π.Χ. τα βαρβαρικά έθιμα στις βαρβαρικές νεκροπόλεις της περιοχής σχεδόν εξαφανίζονται.
Καθαρά βαρβαρικοί τάφοι του 3ου-1ου αι. π.Χ., και συνεπώς ταφές κοντά στις ελληνικές αγροικίες και στις εγκαταστάσεις της «άπω» χώρας, κατά την προηγούμενη και την συγκεκριμένη περίοδο προς το παρόν δεν έχουν βρεθεί.
Από την άλλη πλευρά, νεκροταφεία της επόμενης περιόδου έχουν αποκαλυφθεί κοντά σε πολλούς οικισμούς. Πρόσφατα, ανακαλύφθηκαν νεκροταφεία με τάφους του 4ου-6ου αι. μ.Χ. Κατά τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, η παράδοση δημιουργίας τύμβων σχεδόν έσβησε. Στα νεκροταφεία του 1ου αι. π.Χ. μέχρι τον 3ο αι. μ.Χ. (των χωριών Ζολοτόγιε, Σαλάτσικ κ.α.) βρέθηκαν απλοί λακκοειδείς τάφοι με ή χωρίς καλύμματα, τάφοι κιβωτιόσχημοι, όπως και μικρές κρύπτες στο έδαφος. Συναντούμε επίσης λίθινες κρύπτες, λαξευτούς τάφους σε βραχώδες έδαφος, που έχουν από πάνω στρώσεις από πέτρες.
Τα ταφικά έθιμα μοιάζουν να είναι κυρίως ελληνικά, αλλά εντοπίζονται και στοιχεία των γειτονικών βαρβάρων (κυρίως Σκύθων και Σαρματών). Τα κτερίσματα, αν υπάρχουν, είναι αρκετά σε αριθμό, αν και ομοιόμορφα και γενικά όχι πολυτελή: χειροποίητα ή κατασκευασμένα στον τροχό σκεύη, που μερικές φορές έχουν στιλπνή επιφάνεια, μικρά χάλκινα και ορειχάλκινα κοσμήματα, χάντρες, πιο σπάνια είναι τα γυάλινα αγγεία, λυχνάρια, νομίσματα, πήλινα ειδώλια, όπλα και εργαλεία. Το πιθανότερο είναι πως οι περισσότεροι από τους τάφους ανήκουν σε ελεύθερους, απλούς κατοίκους της «χώρας», με μικρό εισόδημα.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα των νεκροταφείων της όψιμης αρχαιότητας είναι η παρουσία μεγάλων και ποικιλόμορφων κρυπτών στο έδαφος, που αποτελούν οικογενειακούς τάφους. Κατά κανόνα, διέθεταν βαθύ δρόμο με σκαλοπάτια και ευρύχωρες αίθουσες και κόγχες για την τοποθέτηση των νεκρών. Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε, το είδος των κτερισμάτων δεν διέφερε από την προηγούμενη περίοδο. Αντικείμενα από πολύτιμους λίθους είναι πολύ σπάνια, ενώ εμφανίζονται στοιχεία εκχριστιανισμού του πληθυσμού και γίνεται αισθητή η επίδραση των Αλανών-Γότθων γειτόνων. Αλλά γενικά διατηρούνται όλες οι ελληνικές παραδόσεις. Μόνο κάποιες σπάνιες ταφές σε πρώιμους τύμβους θα μπορούσαν υποθετικά να ταυτιστούν με Γότθους, Ούννους και Τούρκους.
Η πιο πρώιμη προφανώς βαρβαρική ταφή Σκύθων στη χερσόνησο Ταμάν ανακαλύφθηκε στον τύμβο του λιμανιού Τσουκούρ και ανάγεται στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. Μερικοί τύμβοι με κρύπτες χτισμένες από πέτρα και άψητα πλιθιά που περιείχαν πολύ πλούσιες ταφές του 5ου-4ου αι. π.Χ. ανασκάφηκαν κοντά στον οικισμό Σεμιμπράτνι. Τα έθιμα, η αφθονία των ευρημάτων και το σχήμα τους προσιδιάζουν στις σύγχρονές τους ταφές των εξελληνισμένων Σκύθων που βρέθηκαν στην νεκρόπολη του Νυμφαίου και εν μέρει του Παντικαπαίου. Βέβαια υπάρχουν εδώ και κάποιες ιδιαιτερότητες και διαφορές στην τεχνοτροπία.
Αν και τα νεκροταφεία του αυτόχθονος πληθυσμού στην κεντρική ζώνη του Κουμπάν και την ανατολική παραλία της Αζοφικής, ήδη από τον 6ο αι. π.Χ. ως τα βυζαντινά χρόνια, έχουν μελετηθεί αρκετά, στις γειτονικές περιοχές του Ταμάν παρατηρείται πλήρης σχεδόν απουσία τους. Βέβαια, διάφοροι τάφοι της αρχαιότητας ανακαλύφθηκαν κοντά σε μερικούς οικισμούς, αλλά το σχήμα και ο κτερισμός τους δεν ξεχωρίζουν καθόλου από αυτούς των πόλεων (το νεκροταφείο της ονομαζόμενης Τυράμβης, κ.α.).
Την τελευταία δεκαετία γίνετε μελέτη πολλών νεκροταφείων που ανήκαν σε κάποια αυτόχθονα, καυκάσια φύλα στο νοτιοανατολικό τμήμα του Βοσπόρου (η περιοχή μεταξύ Ανάπας και Νοβορόσισκ). Εδώ κυριαρχούν οι ταφές σε κιβωτιόσχημους τάφους με πλάκες, με περίβολο από πέτρες ή σκεπασμένες από πέτρες. Τα κτερίσματα είναι σκεύη χειροποίητα ή κατασκευασμένα σε τροχό, τόσο ελληνικά όσο και τοπικής παραγωγής, χάλκινα κοσμήματα, φυλακτά, όπλα, γυάλινα αγγεία και χάντρες. Τα ακριβά αντικείμενα σπανίζουν. Τα νεκροταφεία και οι διάσπαρτοι τάφοι στις περιοχές: ακρωτήριο Χάκο, Σίρσκαγια Μπάλκα, Τσεμντολίνι και άλλες, χρονολογούνται από τον 6ο/5ο αι. π.Χ. έως τον 3ο/4ο αι. μ.Χ. Οι μεταγενέστεροι τάφοι ταυτίζονται υποθετικά με την έλευση των Γότθων, ενώ αργότερα των Ούννων και Τούρκων.






Από το υπέροχο βιβλίο του Aleksandre A. Maslennikov «Οι αρχαίοι Έλληνες στο Βόρειο Εύξεινο Πόντο, εκδόσεις Αφοί Κυριακίδη α.ε.

 

Επικοινωνία : karipidis@e-istoria.com

Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

Οι σημερινοί Ελληνώνυμοι πάσχουμε μόνο ή κυρίως από ξιπασιά




Χρήστος Γιανναράς: Οι σημερινοί Ελληνώνυμοι πάσχουμε μόνο ή κυρίως από ξιπασιά




Φωτογραφίες: Πηνελόπη Μασούρη


Ο φιλόσοφος, πανεπιστημιακός, στοχαστής και - κυρίως - ένας από τους ελάχιστους εναπομείναντες πνευματικούς ανθρώπους της Ελλάδας συνεχίζει, σε μια από τις σπάνιες του συεντεύξεις, να παραμένει αιχμηρός, τολμηρός και ενίοτε και «αιρετικός», θέτοντας με παρρησία νέα ερωτήματα για σκέψη σε κάθε του απάνητηση.

Από τον Γιάννη Χατζηγεωργίου

Το σαλόνι του συγγραφέα και ενός από τους σημαντικότερους για τον δημόσιό του λόγο και τα συγγράμματά του σύγχρονου Έλληνα στοχαστή, φιλόσοφου και καθηγητή φιλοσοφίας (στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, αλλά έχοντας διδάξει φιλοσοφική ορολογία και μέθοδο, πολιτική φιλοσοφία και πολιτιστική διπλωματία σε πανεπιστήμια του Παρισιού -είναι, άλλωστε, διδάκτωρ φιλοσοφίας της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, της Γενεύης, της Λωζάνης, της Νέας Υόρκης, της Βοστώνης, του Βελιγραδίου κ.λπ.) δεν είναι γεμάτο από βιβλία, μελέτες -πολλώ δε μάλλον από την πλούσια, δική του, βιβλιογραφία- αλλά, αντίθετα, από κορνιζαρισμένες φωτογραφίες αγαπημένων του προσώπων, αναμνήσεις από κάποια ταξίδια του, από μικρά, αλλά σίγουρα πολύτιμα για εκείνον αντικείμενα. Είχε πολύ κρύο εκείνο το βράδυ Παρασκευής που συναντηθήκαμε, στο μικρό δρομάκι όπου ζει και εργάζεται, απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους στη Νέα Σμύρνη. «Είχαν δίκιο οι παλιοί που έφτιαχναν τα σπίτια με μικρά παράθυρα και όχι τζαμαρίες», μου ανέφερε κάποια στιγμή χαμογελώντας. Με κέρασε ούζο μαστίχα, έβαλε κι εκείνος ένα ποτήρι -«είναι ό,τι πρέπει γι' αυτές τις θερμοκρασίες», είπε, και κάθισε στην πολυθρόνα πλάι στο τζάκι. Με ρώτησε κάποια πράγματα για την Κύπρο, μου ανέφερε συγκεκριμένα ονόματα πολιτικών επιχειρηματολογώντας για την καλή ή κακή γνώμη που είχε για ορισμένους, καταλήγοντας πως «το άδειο μας το πρόσωπο η Κύπρος το πληρώνει» και μένοντας για λίγο σιωπηλός. «Ο Σαββόπουλος ήταν καίριος με αυτόν του τον στίχο», κατέληξε.

Γράψατε πριν από λίγες μέρες σε ένα κείμενό σας: «Στην ελλαδική κοινωνία τίποτε δεν καινουργείται με το πέρασμα του χρόνου. H απροκατάληπτη, στοιχειωδώς ρεαλιστική σκέψη αποκλείει και την ελπίδα. Ξέρουμε την ανθρώπινη ποιότητα των διαχειριστών της ζωής μας, την αποτελεσματικότητα των θεσμών και λειτουργιών του δημόσιου βίου, τους νόμους της ζούγκλας που κυριαρχούν στο πολυ-υμνημένο πολιτισμικό μας "παράδειγμα". Όλα αποκλείουν την ελπίδα». Επομένως να περιμένουμε την απόλυτη καταστροφή στο μέλλον; Και μέχρι ποιου σημείου; Αυτό που προσωπικά συμπεραίνω, κύριε Χατζηγεωργίου, από την Ιστορία και την ανθρώπινη εμπειρία, είναι ότι μόνο η ρεαλιστική επίγνωση της πραγματικότητας μπορεί να γεννήσει την έκπληξη μιας ανάκαμψης. Οι ελπίδες των Ελλήνων το 1821 ήταν μηδενικές: η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε συντριπτική υπεροπλία και η εξουσιαστική ισχύς της «Ιεράς Συμμαχίας» στον ευρωπαϊκό χώρο απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο εξέγερσης ενάντια στις κατεστημένες ισορροπίες. Ανάλογη συντριπτική ανισότητα υπήρχε και στην αναμέτρηση των Ελλήνων με τις «Δυνάμεις του Άξονα» το 1940. Και στις δύο περιπτώσεις η έκπληξη γεννήθηκε από τον συνεπή και ολοκληρωτικό απελπισμό των Ελλήνων: ήξεραν τι κινδύνευαν να χάσουν και τους ήταν αδιανόητο να το χάσουν. Σήμερα γαντζωνόμαστε στην «αισιοδοξία» -δεν τολμάμε να απελπιστούμε, γιατί δεν έχουμε τίποτα πολύτιμο να υπερασπίσουμε. Το πιο πολύτιμο σήμερα για μας είναι τα «ατομικά δικαιώματά» μας και η μεγιστοποίηση της καταναλωτικής μας ευχέρειας. Όμως αυτά μπορούμε λίγο-πολύ να τα διατηρήσουμε και υπόδουλοι -στους Τούρκους ή στις «Αγορές».

«Mοιάζει η "κρίση" αυτή τη φορά να μην είναι περιπτωτική και περιστασιακή, πολλά, πάμπολλα σημάδια μαρτυρούν μάλλον μιαν ακατάσχετη δυναμική ιστορικού τέλους του Eλληνισμού». Ακούγεται τρομακτικό αυτό που γράφετε -η αναφορά σας σε «τέλος». Σα να έχει χαθεί κάθε ίχνος ελπίδας, αισιοδοξίας για το μέλλον… Σας φαίνεται ίσως υπερβολή η αναφορά σε ιστορικό τέλος. Σκεφθείτε όμως: υπάρχει σήμερα κάποιο στοιχείο, κάποιο προσόν, που χαρίζει η ελληνικότητα στον Έλληνα (τον Ελλαδίτη ή τον Κύπριο ή τον απόδημο) και που είναι τόσο πολύτιμο, ώστε χωρίς αυτό η ζωή του να μην έχει πια νόημα; Άρα, ένα στοιχείο για το οποίο είναι έτοιμος να πεθάνει, για να μην το χάσει; Όταν οι Κύπριοι πολιτικοί σήμερα παζαρεύουν τους όρους που θα καταστήσουν την τουρκική μειονότητα και τους εισβολείς ρυθμιστές της ζωής των Ελλήνων, ή όταν οι Ελλαδίτες πολιτικοί παραδίδουν τη χώρα τους σε ταπεινωτική επιτροπεία, δηλαδή σε ολοσχερή απεμπόληση της εθνικής ανεξαρτησίας, κυριαρχίας, αυτοδιάθεσης, σας σκανδαλίζει να μιλάμε για «ιστορικό τέλος» του Ελληνισμού;

Μιλώντας για «τους Κύπριους πολιτικούς που παζαρεύουν τους όρους που θα καταστήσουν την τουρκική μειονότητα και τους εισβολείς ρυθμιστές της ζωής των Ελλήνων» αναφέρεστε και στο «τέλος του κυπριακού Ελληνισμού» στο οποίο ορισμένοι υπερθεματίζουν από την αρχή σχεδόν των τελευταίων -κρίσιμων- συνομιλιών για το Κυπριακό; Δεν αναφέρομαι σε πρόσωπα, αναφέρομαι στο γεγονός των «διαπραγματεύσεων». Στον αδιανόητο παραλογισμό ένα ανεξάρτητο, υποτίθεται, κράτος, μέλος της Ε.Ε., με δημοκρατική εκλεγμένη ηγεσία, να παζαρεύει τον αυτοχειριασμό του, την υποταγή του στις εξωφρενικές απαιτήσεις μιας εγχώριας μειοψηφίας και στους εκβιασμούς από τους καταδικασμένους από όλους τους διεθνείς οργανισμούς βάναυσους κατακτητές. Ο Ελληνισμός έχει όλα τα δίκια με το μέρος του και, δυστυχώς, εκλέγει ηγέτες με σπιθαμιαίο ανάστημα για να υπερασπίσουν αυτά τα δίκια.

Τι πρέπει να γίνει επομένως γενικότερα, για να αλλάξει η υπάρχουσα κατάσταση -αν αλλάζει; Πρέπει να συμβούν σαρωτικές αλλαγές, δομικές; Εκτός του κράτους και των πολιτών; Με δεδομένη σήμερα τη θανατερή παρακμή του Ελληνισμού, είναι ουτοπικό να συζητάμε το τι «πρέπει» να γίνει. Έστω και αν συμφωνήσουμε σε κάποια «πρέπει» (που μοιάζει αδύνατο), ποιος θα τα επιβάλει στη συνέχεια; Τα κωμικά ανθρωπάρια που μας κυβερνούν; Τα δικαστήρια; Η αστυνομία;

Οι πολίτες, ωστόσο, δεν φέρουν την κύρια ευθύνη για ό,τι συμβαίνει σήμερα, κύριε Γιανναρά; «Tο εφιαλτικότερο από όλα τα δεινά είναι η τέλεια νέκρωση των αντανακλαστικών της ελληνικής κοινωνίας», γράφετε… Για ποιους πολίτες μιλάμε που φέρουν την ευθύνη της ατίμωσης και καταστροφής; Τα τελευταία 43 χρόνια -από το 1974- η εκπαιδευτική πολιτική σε Ελλάδα και Κύπρο μεθοδεύει συστηματικά την αγλωσσία και ακρισία των μαζών (πασίγνωστο ότι άνθρωποι χωρίς γλώσσα είναι άνθρωποι χωρίς σκέψη), την τέλεια διαστροφή της ιστορικής τους συνείδησης. Και η ραδιοτηλεοπτική λοιμική συμπληρώνει και ολοκληρώνει την εξαθλίωσή τους. Διότι μόνο ψηφοφόροι με χαμένη τη λογική τους, την κρίση τους και την αξιοπρέπειά τους, είναι δυνατό να συντηρούν ένα τόσο ευτελισμένο πολιτικό προσωπικό όσο αυτό που εκπροσωπεί τον Ελληνισμό, ελλαδικό και κυπριακό, τις τελευταίες δεκαετίες -με αλησμόνητη εξαίρεση πανελληνίως τον Τάσσο Παπαδόπουλο. Αν έχει ευθύνη ο ελληνικός λαός για την καταστροφή και την ντροπή όπου είναι σήμερα βυθισμένος, η ευθύνη του εντοπίζεται μόνο στο ότι δεν επαναστάτησε. Αλλά ακόμα και το ενδεχόμενο της εξέγερσης το ατίμασε και το γελοιοποίησε ο μηδενισμός και αμοραλισμός των τάχα «αριστερών προοδευτικών και εκσυγχρονιστικών δυνάμεων».

Τι εννοείτε όταν αναφέρεστε σε «επανάσταση» και «εξέγερση»; Ένοπλες επαναστάσεις, όπως καταλαβαίνετε, είναι πια αδύνατον να συμβούν. Εννοώ να αντιδράσουν οι βασικοί θεσμοί λειτουργίας της συλλογικότητας: οι δικαστικές αρχές, οι πανεπιστημιακές πρυτανείες, οι δικηγορικοί σύλλογοι, οι εκπαιδευτικοί κάθε σχολείου, τα ιδρύματα και σωματεία πολιτισμού, να βγουν οι πολίτες στους δρόμους και να διαδηλώσουν την πίστη τους στην ελευθερία και στην αξιοπρέπεια. Δεν είναι δυνατόν να διακυβεύεται η ανθρωπιά των ανθρώπων και να τη διαπραγματεύονται πολιτικοί στους οποίους ποτέ κανείς δεν θα ανέθετε ούτε τη διαχείριση ενός περιπτέρου.

Μήπως οι Έλληνες «πάσχουν» από ανωριμότητα, παρελθοντολογία, επιπολαιότητα στον χειρισμό δύσκολων καταστάσεων και «κακομαθησιά», σε σχέση με άλλους λαούς, όπως τους «κατηγορούν»; Μήπως το «ένδοξο παρελθόν» έκανε εν τέλει κακό στους σημερινούς κατοίκους της Ελλάδας; Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι οι σημερινοί Ελληνώνυμοι πάσχουμε μόνο ή κυρίως από ξιπασιά, ακριβώς όπως όλοι οι τριτοκοσμικοί απελεύθεροι, που τους γυαλίζουν οι χάντρες και τα καθρεφτάκια. Την πρόταση πολιτισμού που κόμισε και κομίζει ο Ελληνισμός στην ανθρωπότητα ούτε την καταλαβαίνουμε ούτε μας ενδιαφέρει -μας ενδιαφέρει μόνο το πρόστυχο κιτς που παράγει το Ελλαδέξ (ελλαδικό και κυπριακό) για τους τουρίστες. Ρωτήστε έναν βουλευτή του ΑΚΕΛ ή της «Νέας Δημοκρατίας» να σας απαντήσει: γιατί ο Παρθενώνας είναι μνημείο σημαντικότερο από τον Πύργο του Άιφελ ή από το Εμπάιαρ Στέιτ Μπίλντινγκ; Όταν από τη γενιά του Ευαγόρα Παλληκαρίδη, των Καραολή και Δημητρίου, του Γρηγόρη Αυξεντίου ή από τη γενιά του Σεφέρη, του Ελύτη, του Τσαρούχη, του Μάνου Χατζιδάκι, μας χωρίζουν ελάχιστες δεκαετίες, σε ποιους παράγοντες μπορούμε να αποδώσουμε τη ραγδαία κατρακύλα του Ελληνισμού στον σημερινό εφιάλτη; Είναι περισσότερο από φανερό ότι σε μία χρονική περίοδο όπου η εξέλιξη της τεχνολογίας δημιούργησε πρωτοφανείς δυνατότητες εξουσιασμού των μαζών, τις δυνατότητες αυτές τις εκμεταλλεύτηκαν, σε κυρίως Ελλάδα και Κύπρο, άνθρωποι με ποιότητα τραγικά χαμηλή.

Τι σχέση έχουν, πιστεύετε, οι Έλληνες της Ελλάδας με τους Έλληνες της Κύπρου; Πολλοί είναι εκείνοι που διαπιστώνουν διαφορετική νοοτροπία, λογικές και άλλου είδους αντιμετώπιση ιστορικών αντιξοοτήτων, άλλες αναφορές και τρόπο σκέψης… Θέτει ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα η ερώτησή σας: από την προσωπική μου πείρα, τις εντυπώσεις μου και τα διαβάσματά μου, έχω σχηματίσει τη γνώμη (χωρίς να μπορώ να ισχυριστώ ότι είναι η σωστή) για μια καίρια διαφορά που υπήρχε, ως τα μέσα του 20ού αιώνα, του ελλαδικού Ελληνισμού από τον Ελληνισμό «της περιφέρειας», όπως έλεγαν τότε -τον αιγυπτιώτη, μικρασιατικό, ποντιακό, της Κριμαίας, των παραδουνάβιων περιοχών Ελληνισμό. Ο εκτός του ελλαδικού χώρου Ελληνισμός διέσωζε μάλλον μιαν αίσθηση υπεροχής της ελληνικότητας και καθόλου μειονεξίας έναντι των Ευρωπαίων της Δύσης. Αυτή η αίσθηση επέτρεπε στους Έλληνες να προσλάβουν τα επιτεύγματα της δυτικής Νεωτερικότητας για να υπηρετήσουν δικές τους ανάγκες, όχι για να μην υστερήσουν σε εκσυγχρονισμό από τους Ευρωπαίους. Έτσι η πρόσληψη δυτικών στοιχείων λειτουργούσε αφομοιωτικά και όχι μιμητικά, δεν μείωνε στο παραμικρό την ελληνικότητα των Ελλήνων η κριτική πρόσληψη δυτικών εθισμών και θεσμών -επέλεγαν, δεν πιθήκιζαν. Στην κυρίως Ελλάδα, δυστυχώς, εξαιτίας της Βαυαροκρατίας, μετά τον Καποδίστρια, και της μειονεξίας (μαζί και ξιπασιάς) που καλλιέργησαν οι κουίσλινγκς της εποχής, οπαδοί του Κοραή, επικράτησε μια δουλική μειονεξία και νεκροφόρα μίμηση της Δύσης, συνοδευόμενη με βαθιά περιφρόνηση για οτιδήποτε ελληνικό… Επειδή το θέμα είναι καίριο, θα μου επιτρέψετε να παραπέμψω σε ένα βιβλίο σχετικό που έχω γράψει, και έχει τον τίτλο: «Η Ευρώπη γεννήθηκε από το Σχίσμα», εκδόσεις «Ίκαρος».
Ο κυπριακός Ελληνισμός νομίζω ότι ενσάρκωσε την ίδια συνείδηση υπεροχής έναντι της Δύσης, μέχρι την ανακήρυξη του νησιού σε ανεξάρτητο (;) κράτος. Η ενεργός ελληνική αυτοσυνειδησία των Κυπρίων γέννησε την τελευταία μεγάλη ανάσα του Ελληνισμού: τον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ. Δεν ξεχνώ, παιδί τότε, την εμβληματική μορφή του Πολύκαρπου Ιωαννίδη, που φορούσε, μια ζωή, φορεσιές από κυπριακό «αλαντζά» σαμποτάροντας το αγγλικό «κασμίρι».
Αυτή η συνειδητή ελληνικότητα μοιάζει να χάθηκε οριστικά με την «ανεξαρτησία» της Κύπρου. Η κυπριακή κοινωνία μεταβλήθηκε ραγδαία και αδυσώπητα σε μια θλιβερή απομίμηση της ελλαδικής παρακμής και ντροπής.

Γιατί βάζετε σε ερωτηματικό την ανεξαρτησία της Κύπρου; Και, επίσης, πού αναφέρεστε όταν λέτε πως «η κυπριακή κοινωνία μεταβλήθηκε ραγδαία και αδυσώπητα σε μια θλιβερή απομίμηση της ελλαδικής παρακμής και ντροπής»; Σε μία συνέντευξη δεν είναι δυνατόν να παραθέσω τεκμηριωμένη και γι' αυτό πειστική καταγραφή μιας κοινωνικής πραγματικότητας. Νύξεις τολμώ, που παραπέμπουν σε πιστοποιήσεις της κοινής εμπειρίας. Είναι φανερό, σε κάθε νοήμονα, ότι ο Ελληνισμός της Κύπρου έφτιαξε κράτος, αλλά ανεξάρτητο το κράτος του δεν είναι, είναι δέσμιο της ισχύος ενός διεθνούς τρομοκράτη, της Τουρκίας, που αρνείται προκλητικά τα στοιχειώδη της λογικής και του διεθνούς δικαίου, επιβραβευόμενος από τα «πεφωτισμένα και λελαμπρυσμένα της Εσπερίας έθνη», τα δικά μας, των ξιπασμένων ινδάλματα. Όσο για τη θλιβερή κυπριακή απομίμηση της ελλαδικής παρακμής και ντροπής, είναι στο χέρι καθενός να πιστοποιήσει την παραλληλία. Τουλάχιστον στο επίπεδο νοημοσύνης και αξιοπρέπειας.

Σε πολλά από τα κείμενά σας μιλάτε για «Ελλαδίτες» και όχι για «Έλληνες». Γιατί; Ναι, διότι η πλειονότητα του πληθυσμού, απλώς και συμπτωματικά, κατοικεί την ελληνίδα γη, με νοοτροπία και συμπεριφορές διεθνοποιημένου καταναλωτή. Ένας Ελλαδίτης σήμερα κάτω των 50 ετών δεν καταλαβαίνει τον Παπαδιαμάντη ή τον Ροΐδη, δεν ξέρει τι σημαίνει «τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια». Όταν ακούει κανείς τα «ελληνικά» του Γιώργου Παπανδρέου, του Κώστα Σημίτη ή του Δημήτρη Χριστόφια και του Νίκου Αναστασιάδη, πείθεται ότι μια ιστορία τρεισήμισι χιλιάδων χρόνων Ελληνισμού τελειώνει μέσα στην ντροπή.



Δεν είναι πολύ σκληρό -ενδεχομένως και άδικο- αυτό που λέτε για τους συγκεκριμένους πολιτικούς; Αυτό, αγαπητέ κύριε Χατζηγεωργίου, ας αφήσουμε να το αποτιμήσει ο αναγνώστης μας. Τα «ελληνικά» των πολιτικών μας τα κρίνω ως δάσκαλος, όχι ως οπαδός ή αντίπαλος.

Ο ρεαλισμός ήταν πάντοτε η πυξίδα της σκέψης, της γραφής, της διδαχής σας; Ποτέ δεν ανατρέξατε στη… «μαγεία»; Νομίζω ότι εθιστήκαμε πια να λειτουργούμε καταναλωτικά και η καταναλωτική μας ευήθεια τρέφεται κυρίως με «εντυπώσεις». Και το πιο ασήμαντο ή άθλιο προϊόν μπορεί να διεκδικήσει τίτλους ποιότητας χάρις σε «περιτύλιγμα» που κερδίζει τις εντυπώσεις. Ακόμα και ένας εξόφθαλμα παρανοϊκός ή φαυλεπίφαυλος μπορεί να εκλεγεί πρωθυπουργός ή πρόεδρος Δημοκρατίας, αν ξοδέψει πακτωλούς για τη διαφήμισή του και πετύχει την «πλύση εγκεφάλου» των μαζών. Με αυτή τη «λογική» βαφτίζουμε «αισιοδοξία» ή «απαισιοδοξία», «ρεαλισμό» ή «ουτοπία», ό,τι θα ήθελαν να μας υποβάλλουν οι καλοστημένοι μηχανισμοί δημιουργίας των εντυπώσεων. Είμαστε σκλάβοι των «εφφέ», των συναισθημάτων, των ηχηρών πρωτοσέλιδων, της προπαγάνδας των τηλεοπτικών «ειδήσεων».

Αναρωτιέμαι: όλα αυτά τα χρόνια υπήρξατε ποτέ «ασυνεπής» σε απόψεις σας, με το δικαίωμα του ανθρώπου που μπορεί να αναθεωρεί όσα παλαιότερα πίστευε εφόσον το γύρω περιβάλλον και οι συνθήκες αλλάζουν; Θα μου επιτρέψετε να παρατηρήσω ότι οι «απόψεις» ενός ανθρώπου, κάθε ανθρώπου, οι «γνώμες» του, οι «πεποιθήσεις» του είναι, κατά κανόνα, ατομικές επιλογές, προτιμήσεις, αρέσκειες με, κατά βάση, αυθαίρετο χαρακτήρα. Στο σημερινό πολιτισμικό «παράδειγμα» αυτή η αυθαιρεσία κατασφαλίζεται ως ατομικό «δικαίωμα» -οι συμβάσεις που κατοχυρώνουν τα ατομικά δικαιώματα έχουν την εξουσιαστική ισχύ νόμων «εξαναγκαστών κατά πάντων». Βάση, δηλαδή, του «πολιτισμού» μας είναι η κατασφάλιση της «ελευθερίας» ως ατομικού δικαιώματος επιλογών, νομική θωράκιση της ασυδοσίας των ενορμήσεων, ορέξεων, συμφερόντων. Γι' αυτό και η προστασία των δικαιωμάτων, όταν θεμελιώνει τους όρους της συλλογικότητας, ταυτίζει τον πολιτισμό με τη βαρβαρότητα του ατομοκεντρισμού, όχι με το άθλημα ελευθερίας που είναι η κοινωνία των σχέσεων. Επομένως, ό,τι είναι ατομική επιλογή (απόψεις, γνώμες, πεποιθήσεις) το αλλάζουμε εύκολα. Ό,τι όμως είναι καρπός του αθλήματος αυθυπέρβασης, δηλαδή ελευθερίας από το «εγώ» προκειμένου να κατακτηθεί η κοινωνούμενη αλήθεια της σχέσης (της πίστης-εμπιστοσύνης, της αγάπης-αυτοπροσφοράς) δεν αλλάζει. Μπορεί να ωριμάζει η εκφραστική του σήμανση, αλλά ο σημαινόμενος στόχος δεν μεταβάλλεται.

Σας χαρακτηρίζουν «φιλόσοφο» -πολλοί και «αιρετικό». Σίγουρα έναν από τους ελάχιστους της Ελλάδας που συνεχίζουν να αρθρώνουν λόγο. Τι σημαίνουν για σας τέτοιου είδους χαρακτηρισμοί; Στην ελληνική παράδοση αποδίδουμε χαρακτηρισμούς που έχουν μετριοπάθεια, σεμνότητα. «Φιλόσοφος» δεν είναι ο σοφός, αυτός που κατέχει τη σοφία, είναι ο «φίλος» της σοφίας, ο εραστής της γνώσης, αυτός που αγαπάει την αλήθεια και την αναζητάει. Ο χαρακτηρισμός, επομένως, του «φιλοσόφου» είναι τιμή και έπαινος. Το νόημα της λέξης «αιρετικός» έχει σήμερα πολύ απομακρυνθεί από το αρχικό περιεχόμενο που οι Έλληνες απέδιδαν σε αυτή τη λέξη. Σήμερα η «αίρεση» παραπέμπει στην εκδοχή της αλήθειας ως ιδεολογίας, δηλαδή ως ατομικής επιλογής οριστικά (ή και αλάθητα) διατυπωμένων «πεποιθήσεων». Ο «αιρετικός» αμφισβητεί ή και αρνείται τους κώδικες βεβαιότητας της ιδεολογίας, έχει επιλέξει ατομικές «πεποιθήσεις» που δεν συντονίζονται με τις υποχρεωτικές για τους «πιστούς» οπαδούς της ιδεολογίας «αρχές» και βεβαιότητες. Έτσι η λέξη «αιρετικός» προσλαμβάνει σήμερα μάλλον θετικό περιεχόμενο: σημαίνει τον άνθρωπο που αμφισβητεί τα «αλάθητα» δόγματα των ιδεολογιών, τις κονσερβαρισμένες υποχρεωτικές «πεποιθήσεις». Σημαίνει τον άνθρωπο που ψάχνει για εμπειρική πρόσβαση στην αλήθεια. Αυτά, λοιπόν, περίπου, σημαίνουν για μένα οι χαρακτηρισμοί «φιλόσοφος» και «αιρετικός».

Σε σχέση με τη θρησκεία έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά για τις απόψεις σας. Με απλά λόγια: τι σημαίνει για σας σήμερα ορθοδοξία; Ορθοδοξία καθιερώθηκε να ονομάζουμε την ελληνική εκδοχή της χριστιανικής Εκκλησίας, την ελληνική εμπειρία και μαρτυρία του εκκλησιαστικού γεγονότος. Η Εκκλησία δεν είναι μια επιπλέον, έστω «καλύτερη» από τις άλλες, θρησκεία. Είναι ένα γεγονός, έ νας τρόπος, ένα πώς φανερώνει την αλήθεια -και «αλήθεια» είναι η ύπαρξη ελεύθερη από τον χρόνο, τον χώρο, τη φθορά, τον θάνατο. Οι Έλληνες είχαν ονομάσει «εκκλησία του δήμου» όχι απλώς μια γενική συνέλευση των πολιτών, αλλά την πράξη, το έργο τουποιείν τα πολιτικά: να πραγματώνουν οι πολίτες και να φανερώνουν την «πόλιν», δηλαδή έναν άλλο τρόπο ύπαρξης και συνύπαρξης, που αποβλέπει όχι πια απλώς στην ανάγκη (στην κοινωνίαν της χρείας) αλλά στην αλήθεια (στην κοινωνίαν του αληθούς, στην κατά λόγον-αρμονίαν, κοσμιότητα). Με την ίδια αυτή ελληνική σημασία προσέλαβαν τη λέξη εκκλησία και οι Χριστιανοί: μια σύναξη που πραγματώνει και φανερώνει τον κατ' αλήθειαν «τρόπο» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, την ελευθερία από τις αναγκαιότητες των ατομοκεντρικών ενορμήσεων -ελευθερία της ερωτικής αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς.

Για το τέλος, μια ερώτηση -προσωπική μου απορία- σε έναν άνθρωπο σαν κι εσάς: ποιο είναι το νόημα της ζωής, κύριε Γιανναρά; Το νόημα της ζωής δεν μπορεί, ευτυχώς, να εντοπιστεί σε μια συνταγή, σε ένα δέον. Μπορούμε ποτέ να ζήσουμε τον έρωτα ακολουθώντας συνταγές, συμβουλές ή παραινέσεις; Το νόημα της ζωής, όπως ακριβώς και ο έρωτας, χαρίζεται σαν αντίδοτο στην άσκηση για την πραγμάτωση της ελευθερίας από το «εγώ». Γι' αυτό και μέσα σε ένα πολιτισμικό «παράδειγμα» θεμελιωμένο στην απόλυτη προτεραιότητα θωράκισης του «εγώ», τόσο το «νόημα» της ζωής όσο και ο έρωτας είναι κατακτήσεις μόνο για λίγους πεισματάρηδες.

http://archive.philenews.com/el-gr/politismos-anthropoi/389/351728/christos-giannaras-oi-simerinoi-ellinonymoi-paschoume-mono-i-kyrios-apo-xipasia?utm_campaign=shareaholic&utm_medium=facebook&utm_source=socialnetwork

Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Τέλλος Άγρας

Καπετάν Άγρας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Καπετάν Άγρας
Telos-Agras.JPG
Γέννηση1880
Γαργαλιάνοι
Θάνατος7 Ιουλίου 1907
Καρυδιά Πέλλας
Αιτία θανάτουαπαγχονισμός
Υπηκοότητα / Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
Ιδιότηταστρατιωτικός
Commons page Πολυμέσα
Ο Τέλλος Άγρας (ψευδώνυμο με το οποίο έγινε γνωστός) ή Σαράντος Αγαπηνός (Γαργαλιάνοι Μεσσηνίας17 Φεβρουαρίου 1880 - Πέλλα7 Ιουνίου 1907) ήταν Έλληνας αντάρτης που έλαβε μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα. Η ιστορία του αποθανατίστηκε σε τραγούδια, αλλά και στο μυθιστόρημα «Στα μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πραγματικό όνομα του Τέλλου Άγρα ήταν Σαραντέλος ή Σαράντος Αγαπηνός. Αν και τυπικά δηλώνονται ως τόπος γέννησής του οι Γαργαλιάνοι Μεσσηνίας, ο πραγματικός τόπος γέννησής του, το 1880, ήταν το Ναύπλιο, στο οποίο υπηρετούσε τότε, ως Εφέτης, ο Γαργαλιανιώτης πατέρας του Ανδρέας Αντωνίου Αγαπηνός, ο οποίος εν τέλει αποφάσισε να τον εγγράψει στα μητρώα αρρένων των Γαργαλιάνων Μεσσηνίας.[1][2] Ο Σαράντος καταγόταν από ιστορική οικογένεια των Γαργαλιάνων, την οικογένεια των Αγαπηνών, η οποία είχε σημαντικό ρόλο κατά την Επανάσταση του 1821. Ο προπάππος του Αντώνιος Αγαπηνός ήταν έφορος της επιμελητείας του Αγώνα του 1821. Ο αδελφός τού παππού του, ο Διονύσιος Αγαπηνός, ήταν οπλαρχηγός και επικεφαλής 100 περίπου Γαργαλιανιωτών, με τους οποίους συμμετείχε σε διάφορες μάχες του Απελευθερωτικού Αγώνα, όπως στα Δερβενάκια, στην εκστρατεία των Αθηνών, στην μάχη που έγινε στην περιοχή των Παλαιών Πατρών και στην πολιορκία του Νιόκαστρου στην Πύλο. Τόσο ο παππούς του καπετάν Άγρα, όσο και ο αδελφός του παππού του, υπογράφουν ως δημογέροντες των Γαργαλιάνων σε διάφορα έγγραφα της εποχής τους.[3] Ο δε Διονύσιος Αγαπηνός ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας.[4] Ο Σαράντος Αγαπηνός είχε επίσης δυο αδελφούς, τον Αντώνη Αγαπηνό (Τρίπολη 1877 – Σύρος 1923) και τον Νίκο Αγαπηνό (Ναύπλιο 1890 – Μπένι Σουέφ Αιγύπτου 1947).

Σπουδές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1901, ο Σαράντος αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων και τοποθετήθηκε στη φρουρά της Αθήνας. Η επιθυμία του να προσφέρει ουσιαστικότερες υπηρεσίες στην πατρίδα τον ώθησε μετά από λίγους μήνες στην εθελούσια κατάταξή του στα στρατιωτικά σώματα που αγωνίζονταν στη Μακεδονία εναντίον των Βουλγάρων κομιτατζήδων. Σε πολύ νεαρή ηλικία κατόρθωσε να διοριστεί αρχηγός ενός ανταρτικού σώματος, το οποίο προετοίμαζε στο Βόλο ο καπετάν Ακρίτας (Κωνσταντίνος Μαζαράκης).

Επαναστατική δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από αριστερά προς τα δεξιά οι καπεταναίοι - αντάρτες Κάλας (αριστερά), Τέλλος Άγρας (κέντρο) και Νικηφόρος (δεξιά) σε φωτογραφία, στα μέσα του 1906.
Με το βαθμό του υπολοχαγού μπήκε ως αντάρτης στο Βάλτο των Γιαννιτσών και πρωτοστάτησε στις συμπλοκές με τους κομιτατζήδες στο στρατηγικό αυτό σημείο, χωρίς να τον λυγίζουν οι τραυματισμοί και οι αρρώστιες του βάλτου. Στις 5 Ιουνίου 1907 ο Βούλγαρος βοεβόδας Ζλάταν εκμεταλλεύτηκε το ήθος και την τιμιότητα του Άγρα και, αφού τον κάλεσε άοπλο να συμφιλιωθούν, τον αιχμαλώτισε και τον κρέμασε κοντά στο Τέχοβο (Καρυδιά)Εδέσσης της Π. Ε. Πέλλας.
Τον Σεπτέμβριο του 1906, ύστερα από απόφαση του Γενικού Προξενείου Θεσσαλονίκης, αποστέλλονται στη λίμνη των Γιαννιτσών τρία νεοσυγκροτηθέντα ελληνικά σώματα. Μετά από μεσολάβηση του Νικολάου Ρόκα, καλείται στην περιοχή ο Αγαπηνός. Πρώτο εισήλθε στις αρχές του μήνα το σώμα του Ανθυπολοχαγού του Πεζικού Τέλλου Αγαπηνού με δύναμη είκοσι ανδρών, ενώ μετά από λίγες μέρες κατέφτασαν τα σώματα του Υπολοχαγού του Πεζικού Σάρρου Κωνσταντίνου (Κάλα) και Ανθυποπλοίαρχου Δεμέστιχα Ιωάννη (Νικηφόρου) με εικοσιπέντε άνδρες ο καθένας. Πρωταρχική αποστολή των σωμάτων ήταν η απομάκρυνση των βουλγαρικών συμμοριών από τη λίμνη, οι οποίες είχαν εγκατασταθεί με ισχυρές δυνάμεις στο νοτιοδυτικό τμήμα της, έτσι ώστε να μπορεί να αποτελέσει βάση εξόρμησης και κέντρο ανεφοδιασμού των ελληνικών σωμάτων για τις περιοχές της Κεντρικής Μακεδονίας.
Kalas Nikiforos Agras.jpg
Το Νοέμβριο επιχειρείται επίθεση από το σώμα του Αγαπηνού κατά των βουλγαρικών ανταρτικών σωμάτων, με σκοπό να καταλάβει την καλύβα Κούγκα. Η επιχείρηση δεν ήταν επιτυχής. Ο ίδιος ο Αγαπηνός τραυματίζεται και μεταφέρεται στη Θεσσαλονίκη, μετά από μια βδομάδα, ωστόσο, επανέρχεται. Στα τέλη Φεβρουαρίου αποχώρησε από τη λίμνη και εγκαταστάθηκε στη Νάουσα, αφενός για να αποθεραπευτεί από τα τραύματα και τους πυρετούς από τους οποίους έπασχε, αφετέρου για να διευθύνει τον αγώνα της περιοχής. Παρά τον κλονισμό της υγείας του και τα τραύματά του εξακολουθούσε να συμμετέχει ενεργά.
«Ο οπλαρχηγός Άγρας εν τη λίμνη των Γενιτσών, μετά των οπαδών του», φωτογραφία προ του 1907.
Εντούτοις, τον Απρίλιο του 1907, το Προξενείο Θεσσαλονίκης αποφάσισε να αντικαταστήσει τους αρχηγούς και τους αντάρτες, οι οποίοι είχαν δοκιμαστεί και εξαντληθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, ανάμεσά τους και ο Άγρας. Ωστόσο, επανειλημμένα λάμβανε πληροφορίες για την πτώση του ηθικού των βουλγαρικών συμμοριών και τη διάθεση πολλών στελεχών των κομιτάτων να διακόψουν τους δεσμούς τους με αυτά και να προσχωρήσουν στον ελληνικό αγώνα. Τέτοια διάθεση εκδήλωσε ο βοεβόδας Ζλατάν, την οποία καλωσόρισε ο Άγρας. Ήθελε να επισφραγίσει την πολυσχιδή δράση του με τη θεαματική προσχώρηση στην ελληνική πλευρά μεγάλης ομάδας κομιτατζήδων.

Η προδοσία και το τραγικό τέλος του καπετάν-Άγρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μνημείο των δύο Μακεδονομάχων έξω από την Καρυδιά Πέλλας
Ακολούθησαν αρκετές συναντήσεις των δύο αρχηγών πριν την τελευταία συνάντηση της 3ης Ιουνίου. Εκείνη τη μέρα, οι κομιτατζήδες της ΕΜΕΟ, Κασάπτσε, Χαντούρη και Ζλατάν, παραβαίνοντας τις συμφωνίες, συνέλαβαν τον Άγρα και τον Αντώνη Μίγγα, ενώ οι υπόλοιποι από τη συνοδεία αφέθηκαν αργότερα ελεύθεροι. Τους διαπόμπευσαν ως δήθεν αιχμαλώτους, δεμένους και ξυπόλυτους, στα χωριά της περιοχής, με σκοπό να αναπτερώσουν το ηθικό των τρομοκρατημένων οπαδών των κομιτατζήδων.
Τη νύχτα της 7ης Ιουνίου, τους απαγχόνισαν μεταξύ των χωριών Τέχοβο (Καρυδιά) και Βλάδοβο (Άγρας). Το γεγονός τάραξε τους Έλληνες της περιοχής και η προδοσία των Βουλγάρων φανάτισε τους Έλληνες αντάρτες, με αποτέλεσμα ο ελληνικός αγώνας να συνεχιστεί με μεγαλύτερη ένταση και περισσότερες επιτυχίες.
Μνημείο αφιερωμένο στον Καπετάν Αγρα στη Θεσσαλονίκη.
Τέλλος Άγρας, προτομή στο πάρκο με τους καταρράκτες της Έδεσσας
Η λαϊκή παράδοση κατέγραψε τον θάνατο του Τέλλου Άγρα με πολλά τραγούδια. Χαρακτηριστικό είναι το σλαβόφωνο μοιρολόι:
Νέμας μάικα, ζλάτνο τσέτνο, να τα πλάτσι; (Δεν έχεις μάνα, γλυκό παιδί, για να σε κλάψει;)
Νέμας σέστρα, ντα τα ζάλια; (Δεν έχεις αδερφή, να σε πενθήσει;)
Κάκβα ιζλαζάγια; (Πώς σε ξεγέλασαν;)
Κάκβα ντονισέα ντα βα ουμπέσατ να ουρέχουτ; (Πώς σ' έφεραν εδώ και σε κρέμασαν στην καρυδιά;)
Ντα βα ντόνσατ να τσούζντι μέστου, (Να σε φέρουν σε ξένη γη,)
τσούζντι μάικι ντα πλάκατ, (ξένες μάνες να σε κλάψουν,)
τσούιντι σέστρι ντα βα ρέντατ. (ξένες αδερφές να σε μοιρολογήσουν.)[5]
Σε ανάμνηση του θανάτου των δύο αγωνιστών, το χωριό Τέχοβο μετονομάστηκε αργότερα Καρυδιά (το δέντρο όπου απαγχονίστηκαν), ενώ το χωριό Βλάδοβο, όπου ενταφιάστηκαν έξω από την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, είναι ο σημερινός Άγρας. Η δράση και ο μαρτυρικός θάνατος του Καπετάν Άγρα ενέπνευσαν στην Πηνελόπη Δέλτα το γνωστό μυθιστόρημά της «Στα μυστικά του Βάλτου».

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  1. Άλμα πάνω [...] "Ὁ Σαράντης Ἀγαπηνός γεννήθηκε στό Ναύπλιο τό 1880. Ὁ πατέρας του ὑπηρετοῦσε ἐκεῖ ὡς δικαστικός, ἀλλά ἔγραψε τό παιδί στά μητρῶα ἀρρένων τῶν Γαργαλιάνων Μεσσηνίας, ἀπ' ὅπου κατήγετο ἠ ἱστορική οἰκογένεια τῶν Ἀγαπηνῶν".[...], Πηγή: Κωνσταντίνος Χολέβας, "Ὁ Μακεδονομάχος Σαράντος Ἀγαπηνός(Καπετάν Ἄγρας)"
  2. Άλμα πάνω Λαογραφία τόμος 15 , σελ. 247, 1953 «και αρχηγός επαναστάτης Σαράντης "Αγαπηνός, υίός εφέτου, γεννηθείς εν Ναυπλίω, άλλα καταγόμενος εκ Γαργαλιάνων, εξελθών (1906 - 7) εις Μακεδονίαν ως αρχηγός επαναστατικού σώματος ΰπό το ψευδώνυμον Τέλος "Αγρας, δράσας δε »
  3. Άλμα πάνω Γενικά Αρχεία του Κράτους
  4. Άλμα πάνω [..] "Στη φιλική Εταιρεία μυούνται οι Διονύσιος Αγαπηνός, Γεώργιος Αγαπηνός και Δημήτριος Παπαχριστοφίλου".[...] Πηγή: "Οι Γαργαλιάνοι στον Αγώνα του 1821"
  5. Άλμα πάνω Πετρόπουλος Α. Δημήτριος, "Παραδοσιακά τραγούδια για το Μακεδονικό Αγώνα"Μακεδονικά, τ.8, σελ. 341-342, Ιανουάριος 1968, Εταιρεία μακεδονικών Σπυδών, Θεσσαλονίκη]